ΜΗΝΥΜΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΡΓΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
 
Προσωπικότητες >> Κύριλλος Β΄
<- Επιστροφή
Κύριλλος Β΄(Παπαδόπουλος, ο από Κιτίου)

Γνωστός και ως Κυριλλάτσος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου από το 1909 μέχρι το 1916. Ο Κύριλλος Β΄, πριν ανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, υπήρξε μητροπολίτης Κιτίου από το 1893 μέχρι το 1909. Πιο πριν, διετέλεσε μητροπολίτης Κυρηνείας, από το 1889 μέχρι το 1893.

Γεννήθηκε στο χωριό Πρόδρομος, της επαρχίας Λεμεσού, το 1845 και πέθανε το 1916. Το κοσμικό του όνομα, ήταν Κωνσταντίνος. Με την βοήθεια της Αρχιεπισκοπής, φοίτησε στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας από το 1860 έως το 1866 και σπούδασε στη συνέχεια, στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1872. Τον επόμενο χρόνο, 1873, επέστρεψε στην Κύπρο και χειροτονήθηκε διάκονος. Εργάστηκε ως καθηγητής στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας, και ως ιεροκήρυκας της Αρχιεπισκοπής. Το 1889 ο τότε επίσκοπος Κυρηνείας Χρύσανθος, μεταπήδησε στον κενωθέντα θρόνο της επισκοπής Κιτίου (επειδή η επισκοπή Κιτίου ήταν μεγαλύτερη, αλλά και ιεραρχικά ανώτερη εκείνης της Κυρηνείας) και στον κενό θρόνο της επισκοπής Κυρηνείας εξελέγη ο Κύριλλος Παπαδόπουλος.

Στον θρόνο της επισκοπής Κερύνειας, ο Κύριλλος παρέμεινε μόνο για τέσσερα χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1893. Τότε, μετά τον θάνατο του επισκόπου Κιτίου Χρύσανθου, κι ακολουθώντας το παράδειγμά του, ο Κύριλλος μεταπήδησε κι αυτός στον θρόνο της επισκοπής Κιτίου.
Στο μεταξύ ο Κύριλλος Β΄, πριν ακόμη γίνει αρχιεπίσκοπος, αλλά ως μητροπολίτης Κερύνειας και αργότερα Κιτίου, πολιτεύθηκε παράλληλα προς το αρχιερατικό του αξίωμα, από το 1889. Διετέλεσε μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, δηλαδή βουλευτής, κατορθώνοντας να εκλεγεί για πέντε συνεχείς περιόδους: Το 1889-1891, το 1891-1896, το 1896-1901, το 1901-1906 και το 1906-1911. Κατά την διάρκεια της τελευταίας βουλευτικής θητείας του, εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κύπρου το 1909.

Της εκλογής του όμως ως αρχιεπισκόπου, προηγήθηκε μια σοβαρότατη εκκλησιαστική κρίση, που δίχασε την Εκκλησία και τον λαό για 10 περίπου χρόνια. Η κρίση αυτή παρέμεινε γνωστή στην πρόσφατη ιστορία της Κύπρου, ως το αρχιεπισκοπικό ζήτημα. Η διαμάχη αυτή, αρχικά καθαρά εκκλησιαστική, προσέλαβε ύστερα και ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.

Το 1899 πεθαίνει ο μητροπολίτης Πάφου Επιφάνιος και το 1900 πεθαίνει και ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος. Μετά τους δύο αυτούς θανάτους, η Κυπριακή Εκκλησία, παρέμεινε με δύο μόνο ιεράρχες: Τον Κιτίου Κύριλλο Παπαδόπουλο (Κυριλλάτσο) και τον Κυρηνείας Κύριλλο Βασίλειο (Κυριλλούδιν). Και οι δύο προβλήθηκαν ως υποψήφιοι για το αξίωμα του αρχιεπισκόπου Κύπρου. Η έλλειψη πλήρους εκκλησιαστικής ιεραρχίας που ν’ αποτελεί σύνοδο και η μη ύπαρξη θεσμοποιημένων μεθόδων γύρω από την διαδικασία εκλογής αρχιεπισκόπου, οδήγησαν πολύ γρήγορα τα πράγματα σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα να προκληθεί οξύτατος ανταγωνισμός, μεταξύ των δύο υποψήφιων Κυρίλλων. Ο ίδιος ο λαός χωρίστηκε σε κιτιακούς (οπαδούς του Κιτίου Κυρίλλου) και σε κυρηνειακούς (οπαδούς του Κυρηνείας Κυρίλλου). Η διαμάχη ήταν όχι μόνο μακρόχρονη, αλλά και ιδιαίτερα οξεία, γιατί είχε και άλλες προεκτάσεις. Ο κάθε ένας από τους δύο Κυρίλλους, εξέφραζε και μια δική του γραμμή, πάνω στο εθνικό θέμα της Κύπρου. Οι Βρετανοί, επίσημα τουλάχιστον, δεν πήραν ενεργό μέρος στη διαμάχη που κράτησε μια δεκαετία. Είναι όμως φανερό, ότι η παράταση της κρίσης μεταξύ των ιδίων των Ελλήνων της Κύπρου τους ευνοούσε.
Οι υποστηρικτές των δύο Κυρίλλων, οι κιτιακοί και οι κυρηνειακοί, παρέμειναν γνωστοί και με τους χαρακτηρισμούς αδιάλλακτοι και διαλλακτικοί αντιστοίχως, εξαιτίας της πολιτικής γραμμής που η κάθε μερίδα ενσάρκωνε.

Η διαμάχη των δύο Κυρίλλων και των υποστηρικτών τους, διήλθε από πολλά στάδια και στο όλο ζήτημα, αναμείχθηκαν και τα πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας.

Το 1907 ο τότε κυβερνήτης Χάρμαν προώθησε στο Νομοθετικό Συμβούλιο ένα νομοσχέδιο «Περί της εκλογής Αρχιεπισκόπου», του οποίου την ετοιμασία είχε αναθέσει στον «λευκό πολιτευτή» Ιωάννη Κυριακίδη. Ο Κυρηνείας Κύριλλος, κατάγγειλε το νομοσχέδιο αυτό, προς το οποίο αντέδρασε και ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωακείμ. Τον Ιούνη του ιδίου χρόνου, ήλθαν στην Κύπρο ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος και ο αρχιμανδρίτης του πατριαρχείου Ιεροσολύμων Μελέτιος Μεταξάκης, καθώς και ο μητροπολίτης Αγχιάλου Βασίλειος, προκειμένου να συμβάλουν στην επίλυση της κρίσεως. Όμως τελικά βρέθηκαν κι αυτοί αναμεμειγμένοι σ’ αυτήν, υποστηρίζοντας ο μεν Φώτιος τον Κιτίου Κύριλλο, ο δε Βασίλειος τον Κυρηνείας Κύριλλο.

Τον Φεβράρη του 1908, το οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως πήρε την αψυχολόγητη απόφαση (ύστερα από διαβουλεύσεις και με τους Βρετανούς), να εκλέξει εκείνο τον νέο αρχιεπίσκοπο Κύπρου, κι εξέλεξε τον Κυρηνείας Κύριλλο. Η αντίδραση των οπαδών του Κιτίου Κυρίλλου ήταν άμεση και αποφασιστική, ενώ οι κυρηνειακοί πανηγύριζαν. Μεγάλα πλήθη κιτιακών, συνέρευσαν στη Λευκωσία με ελληνικές σημαίες και συνθήματα, κι απειλήθηκαν σοβαρότατα επεισόδια. Οι κυρηνειακοί είχαν στο μεταξύ καταλάβει την Αρχιεπισκοπή, στην οποία βρίσκονταν τόσο ο Κιτίου Κύριλλος, όσο και ο Κυρηνείας Κύριλλος, κι απαιτούσαν να προχωρήσει η διαδικασία ενθρονίσεως. Οι βρετανικές αρχές, για να προλάβουν την αιματοχυσία, εκκένωσαν την Αρχιεπισκοπή και μετέφεραν τους δύο μητροπολίτες στο αρμοστείο. Φοβούμενος εξάλλου, την αιματοχυσία, ο Κυρηνείας Κύριλλος, ανακοίνωσε ότι δεν αποδεχόταν την εκλογή του, γιατί δεν ήθελε όπως είπε, να βαδίσει επί πτωμάτων. Οι συγκρούσεις και ο πετροπόλεμος δεν απεφεύχθησαν όμως κι ο ύπατος αρμοστής κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο.
Μετά απ’ αυτά, επισπεύθηκε η ψήφιση του νόμου για εκλογή αρχιεπισκόπου, που εγκρίθηκε από το Νομοθετικό Συμβούλιο (στο οποίο τη συντριπτική πλειοψηφία από τα 9 μέλη των Ελλήνων αποτελούσαν οπαδοί του Κιτίου Κύριλλου) στις 22.4.1908. Κατέστη στη συνέχεια δυνατό να διεξαχθούν εκλογές προς ανάδειξη γενικών αντιπροσώπων. Οι εκλογές διεξήχθησαν χωρίς σοβαρά επεισόδια. Και στις 8.4.1909 συγκεντρώθηκαν οι εκλεγέντες γενικοί αντιπρόσωποι (60 τον αριθμό) στο μέγα συνοδικό της Αρχιεπισκοπής και εξέλεξαν ως αρχιεπίσκοπο Κύπρου, τον Κιτίου Κύριλλο. Η τελική όμως συμφιλίωση των δυο Κυρίλλων, επήλθε τον Φεβράρη του 1910, ύστερα από επέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης. Στον χαμένο των εκλογών, απενεμήθη ο τίτλος του «μακαριωτάτου προέδρου Κυρηνείας», Έμελλε όμως κι αυτός ν’ ανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο λίγα χρόνια αργότερα, ως ο Κύριλλος, μετά τον θάνατο του μεγάλου αντιπάλου του, το 1916.